<?xml version="1.0"?>
<rss version="2.0">
   <channel>
      <title>Θεωρίες Μάθησης by CHRISTINA PAPAMARKOU</title>
      <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3</link>
      <description></description>
      <language>en-us</language>
      <pubDate>2021-01-13 16:09:36 UTC</pubDate>
      <lastBuildDate>2024-05-29 04:37:03 UTC</lastBuildDate>
      <webMaster>hello@padlet.com</webMaster>
      <image>
         <url>https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/951287332/b440e484f35b48ac41c63be22a71b2d4/______.jpg</url>
      </image>
      <item>
         <title>Εισαγωγική ανάλυση των θεωριών μάθησης</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083693050</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το παρακάτω βίντεο αποτελεί μια σύντομη εισαγωγική ανάλυση των θεωριών μάθησης</strong>. </div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.youtube.com/watch?v=Xj07AmFL6wI" />
         <pubDate>2021-01-13 16:16:12 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083693050</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Συμπεριφορισμός</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083707720</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το κείμενο αποτελεί μια ανάλυση του όρου Συμπεριφορισμός ως μια από τις θεωρίες μάθησης και πως αυτός εφαρμόζεται στην πράξη.</strong><br><br> Σύµφωνα µε τους οπαδούς του συµπεριφορισµού (ή µπιχεβιορισµού - behaviorism), δεν έχουν σηµασία οι εσωτερικές διεργασίες που λαµβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της µάθησης, αλλά οι αλλαγές που συµβαίνουν στην εµφανή συµπεριφορά του υποκειµένου, στο τι δηλαδή µπορεί να κάνει ο µαθητευόµενος ως αποτέλεσµα της κατάλληλης οργάνωσης του περιβάλλοντος της µάθησης. Ο σηµαντικότερος µηχανισµός της µάθησης είναι, κατά τους συµπεριφοριστές, η ενίσχυση της επιθυµητής συµπεριφοράς (Ράπτης, Ράπτη 2001). Κλασικό παράδειγµα είναι το γνωστό πείραµα του Pavlov. Ο Ρώσος φυσιολόγος Pavlov έδινε τροφή σε ένα σκύλο καθηµερινά, αφού χτυπούσε ένα καµπανάκι. Η προσφορά, δηλαδή, τροφής συνοδευόταν από ένα συγκεκριµένο ήχο. Μετά από πολλές επαναλήψεις της ίδιας διαδικασίας, ο Pavlov παρατήρησε πως ο σκύλος, µόλις άκουγε το γνωστό -πλέον- ήχο, είχε έκκριση σάλιου. Το πείραµα αυτό έγινε και σε άλλα ζώα, όπως γάτες, ποντίκια, χιµπατζήδες κ.λ.π., µε διαφορετικά, όµως, ερεθίσµατα. Τα αποτελέσµατα ήταν τα ίδια µε την περίπτωση του σκύλου. Η επιθυµητή αντίδραση σε ένα εξαρτηµένο – και όχι φυσικό – ερέθισµα, όπως είναι η τροφή, είναι µια βασική µορφή µάθησης που συντελέστηκε επειδή ο σκύλος συσχέτισε συνειρµικά τον ήχο του κουδουνιού µε την τροφή. Αν δεν υπήρχε κίνητρο (ικανοποίηση της πείνας) ο µηχανισµός αυτός ίσως να µη λειτουργούσε. Συνεπώς, εξαρτηµένη µάθηση συντελείται µε την ενίσχυση της επιθυµητής συµπεριφοράς (θετική ενίσχυση), είτε µέσω της αµοιβής, είτε µε τιµωρία ή την απαλλαγή από τις δυσάρεστες επιπτώσεις µιας µη επιθυµητής συµπεριφοράς (αρνητική ενίσχυση). Ο Skinner είναι από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους του συµπεριφορισµού. Σε αντίθεση µε τον Pavlov, υποστηρίζει ότι (Τριλιανός, 2003) η συµπεριφορά δεν πρέπει να αποδίδεται σε κάποιο ανεξάρτητο ερέθισµα, αλλά να θεωρείται ως αποτέλεσµα εσωτερικών επενεργειών του οργανισµού. Η θεωρία του ονοµάστηκε ενεργός ή συντελεστική µάθηση. Βασικός άξονας, λοιπόν, των απόψεων του Skinner είναι η θέση ότι αν ορισµένη αντίδραση ακολουθείται από κάποιο σχετικό ερέθισµα, η πιθανότητα να επαναληφθεί σε ανάλογες περιπτώσεις η ίδια συµπεριφορά αυξάνεται. Αν, αντίθετα, µια ορισµένη συµπεριφορά δεν συνοδεύεται από κάποια ενίσχυση, παύει σιγά-σιγά να εκδηλώνεται, γίνεται δηλαδή «απόσβεση» της. Για να έχει αποτελέσµατα η ενίσχυση πρέπει να είναι άµεση. Πρέπει επίσης να έχει φροντίσει ο εκπαιδευτής να ερευνήσει ποια είναι κάθε φορά η κατάλληλη ενίσχυση για το κάθε άτοµο (Ράπτης, Ράπτη, 2001). Ο Skinner υπήρξε ο πρόδροµος των µηχανών διδασκαλίας (teaching machines) (Skinner, 1968), πριν αναπτυχθούν τα σύγχρονα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Πίστευε ότι οι µηχανές αυτές θα µπορούσαν να δηµιουργήσουν περιβάλλοντα ευνοϊκά για τη µάθηση που θα ανέτρεπαν τα µειονεκτήµατα του σχολικού συστήµατος, εφόσον θα ασχολούνταν µε τις απαντήσεις των µαθητών και θα ενίσχυαν τις σωστές απαντήσεις αµέσως µετά τη διατύπωση τους από τους µαθητές, κάτι που δεν γινόταν στο πλαίσιο της συνηθισµένης διδασκαλίας. Πίστευε επίσης ότι οι διδακτικές µηχανές θα µπορούσαν να εφαρµόσουν ορισµένες γενικές αρχές της διδασκαλίας, η οποία θα στηριζόταν στον προγραµµατισµό των διαδοχικών ερωτήσεων προς το µαθητή γι’ αυτό και η διδασκαλία αυτή ονοµάστηκε προγραµµατισµένη διδασκαλία (Σολοµωνίδου, 1999). Ο συµπεριφορισµός επικράτησε το πρώτο µισό του 20ου αιώνα και παρόλο που βοήθησε στην εξήγηση ορισµένων φαινοµένων της µάθησης, δέχτηκε αρκετή κριτική εξαιτίας του µοντέλου αγωγής και διδασκαλίας που εισήγαγε. Ένα σοβαρό µειονέκτηµα του συµπεριφορισµού είναι η προσήλωση του στην εξωτερική συµπεριφορά του ατόµου και στο ρόλο των εξωτερικών συνθηκών και ταυτόχρονα η παραµέληση του ρόλου των εσωτερικών ανώτερων νοητικών λειτουργιών και της εσωτερικής προσπάθειας του ατόµου να κατανοήσει τον κόσµο και να ρυθµίσει ανάλογα τη συµπεριφορά του (Ματσαγγούρας, 1997). Επίσης, υποστηρίζεται από πολλούς (Σολοµωνίδου, 1999), ότι το µοντέλο του Skinner και του συµπεριφορισµού είναι ανεπαρκές, καθότι είναι γνωστό πως οι άνθρωποι µαθαίνουν από τα λάθη τους, χωρίς να χρειάζονται πάντα ενίσχυση για να µάθουν, µε την προϋπόθεση ότι τους εξηγείται η αιτία του λάθους τους. Τέλος, άλλοι απορρίπτουν τις θεωρίες του συµπεριφορισµού ως µηχανιστικές ή αυθαίρετες γενικεύσεις διαπιστώσεων που έγιναν κυρίως σε ζώα (Φλουρής, 2003). Οι συµπεριφοριστές, παρά την προσπάθειά τους να θέσουν τα επιστηµονικά θεµέλια της θεωρίας της µάθησης, υπήρξαν υπερβολικά αισιόδοξοι στις προσδοκίες τους, διότι η θεωρία τους φαίνεται ότι δεν προσφέρεται για προωθηµένες µορφές µάθησης, όπου η προσωπική άποψη, η απρόβλεπτη κριτική επιχειρηµατολογία, η δηµιουργικότητα και η πρωτοβουλία, η ιδιαιτερότητα της κάθε κουλτούρας και η πρωτότυπη έκφραση έχουν µεγάλη αξία (Ράπτης, Ράπτη, 2001) </div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.pdv.org.gr/img/theoriesmathisis.pdf" />
         <pubDate>2021-01-13 16:18:57 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083707720</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Εποικοδομητισμός</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083726523</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το κείμενο αποτελεί μια ανάλυση του όρου Εποικοδομητισμός ως μια από τις θεωρίες μάθησης και πως αυτός εφαρμόζεται στην πράξη.<br><br><br></strong> Ο εποικοδοµητισµός (constructivism), έχοντας ως αρχικό και κύριο πεδίο έρευνας και εφαρµογής τις φυσικές επιστήµες, ρίχνει φως και δίνει βαρύτητα στις υπάρχουσες αντιλήψεις, ιδέες και αναπαραστάσεις των εκπαιδευόµενων σε σχέση µε το θέµα που διδάσκονται κάθε φορά. Η εµφάνιση της εποικοδοµητικής θεωρίας χρωστάει πολλά στην εξέλιξη της ψυχολογίας, µε τις εργασίες του Jean Piaget, και της επιστηµολογίας (Gaston Bachelard) οι οποίες επηρέασαν σε σηµαντικό βαθµό την παιδαγωγική σκέψη και τον προσανατολισµό της εκπαιδευτικής έρευνας (Σολοµωνίδου, 1999). Σύµφωνα µε την εποικοδοµητική άποψη, λοιπόν, η νόηση είναι µια λειτουργία κατασκευής νοηµάτων βασιζόµενη πάνω στην όλη εµπειρία του ατόµου. Η δόµηση της γνώσης είναι εποµένως µια λειτουργία που βασίζεται στις προυπάρχουσες εµπειρίες, τις νοητικές κατασκευές, τις πεποιθήσεις, τις «θεωρίες» που ο καθένας χρησιµοποιεί, προκειµένου να ερµηνεύσει αντικείµενα ή γεγονότα και τις οποίες δεν µπορεί να υποτιµά ο δάσκαλός κατά τις διδακτικές του επιδιώξεις (Ράπτης, Ράπτη, 2001). Από τη θεώρηση του εποικοδοµητισµού δίνεται έµφαση στην ενεργητικό ρόλο του µαθητή και στην επίλυση πραγµατικών προβληµάτων διερευνητικού χαρακτήρα τα οποία δηµιουργούν κίνητρο για τους µαθητές (Κορδάκη, 2000). Αναγνωρίζεται η σηµασία της πρότερης γνωστού µαθητή πάνω στην οποία µε βάση την εµπειρία και τον αναστοχασµό οικοδοµεί τη γνώση του. Επιπλέον, αναγνωρίζεται η σηµασία του λάθους κατά τη διάρκεια της τροποποίησης του οποίου ο µαθητής µαθαίνει. Οι βασικές παραδοχές της εποικοδοµητικής θεωρίας έχουν διαµορφωθεί µε βάση ένα σηµαντικό αριθµό ερευνητικών δεδοµένων και τις έχει συνοψίσει µια εξέχουσα µορφή της διδακτικής των φυσικών επιστηµών, η Rosalind Driver (Σολοµωνίδου, 1999): 1. Οι µαθητές δεν θεωρούνται πλέον παθητικοί δέκτες, αλλά τελικοί υπεύθυνοι της δικής τους µάθησης. Σε κάθε µαθησιακή διαδικασία φέρνουν τις δικές τους προηγούµενες αντιλήψεις και απόψεις. 2. Η µάθηση θεωρείται ότι εµπλέκει το µαθητή µε ενεργό τρόπο στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η µάθηση προϋποθέτει την οικοδόµηση νοήµατος και συµβαίνει συχνά µέσα από προσωπική διαπραγµάτευση. 3. Η γνώση δεν είναι «κάπου εκεί έξω», αλλά οικοδοµείται µε προσωπικό και κοινωνικό τρόπο. Το καθεστώς της γνώσης είναι λίγο προβληµατικό. Μπορεί να αξιολογείται από το µαθητή ως προς το βαθµό που ταιριάζει µε την υπάρχουσα εµπειρία του και είναι συνεπής µε άλλες πλευρές της γνώσης του. 4. Οι διδάσκοντες φέρνουν επίσης στις µαθησιακές καταστάσεις τις δικές τους ιδέες και αντιλήψεις. Φέρνουν όχι µόνο τη γνώση που έχουν για το αντικείµενο, αλλά και τις απόψεις τους για τη διδασκαλία και τη µάθηση και όλα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο αλληλεπίδρασης µε τα παιδιά µέσα στην τάξη. 5. Η διδασκαλία δεν είναι η µετάδοση της γνώσης, αλλά προϋποθέτει την οργάνωση των καταστάσεων µέσα στην τάξη και το σχεδιασµό των δραστηριοτήτων µε τρόπο που να προωθούν την οικοδόµηση της επιστηµονικής γνώσης. 6. Το αναλυτικό πρόγραµµα δεν είναι αυτό το οποίο θα πρέπει να µάθει κανείς, αλλά αποτελεί ένα πρόγραµµα από µαθησιακές δραστηριότητες, υλικά, πηγές, µέσα από τα οποία οι µαθητές οικοδοµούν τη γνώση.<br><br></div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.pdv.org.gr/img/theoriesmathisis.pdf" />
         <pubDate>2021-01-13 16:22:29 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083726523</guid>
      </item>
      <item>
         <title> Κοινωνικοπολιτισµικές θεωρήσεις για τη γνώση</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083744073</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το κείμενο αποτελεί μια ανάλυση των Κοινωνικοπολιτισμικών θεωριών μάθησης ως θεωρίες μάθησης και πως εφαρμόζονται στην πράξη.</strong><br><br> Σε αντίθεση µε την ατοµοκεντρική θεωρία του εποικοδοµητισµού, άλλοι επιστήµονες, µε πρωτοπόρο το Ρώσο Vygotsky, έχουν υποστηρίξει µια κοινωνικοκεντρική θεώρηση της ανάπτυξης, µε βάση την οποία τονίζεται ο ρόλος που παίζουν οι κοινωνικο-πολιτιστικοί παράγοντες στη γένεση της γνώσης και την πορεία µάθησης και ανάπτυξης του ατόµου. Πρόκειται για µια σύγχρονη κατεύθυνση που είναι γνωστή ως κοινωνικο-πολιτιστική προσέγγιση, κατά την οποία η προσωπική σκέψη οικοδοµείται µε βάση την κοινωνική αλληλεπικοινωνία. Σύµφωνα µε τον Vygotsky, η νοητική ανάπτυξη είναι µια διαδικασία άρρηκτα συνδεδεµένη µε την ιστορικοκοινωνική διάσταση και το πολιτισµικό πλαίσιο µέσα στο οποίο συντελείται. Η ανάπτυξη επιτυγχάνεται όχι µόνο χάρις στον έµφυτο νοητικό εξοπλισµό του κάθε ατόµου, αλλά και εξαιτίας της διαµεσολάβησης των κοινωνικών γεγονότων και των πολιτιστικών εργαλείων (όπως είναι η γλώσσα), καθώς και της εσωτερίκευσης των σηµασιών µε τις οποίες είναι φορτισµένα αυτά τα πολιτισµικά µέσα και εργαλεία. Τα εργαλεία αυτά και οι κοινωνικές σηµασίες τους όχι µόνο διαµεσολαβούν για την πραγµατοποίηση των γνωστικών διεργασιών, αλλά εµπεριέχουν νοήµατα και τρόπους σκέψης που διαµορφώνουν διαλεκτικά τις ίδιες τις νοητικές διεργασίες (Ράπτης, Ράπτη 2001). Η θέση του Vygotsky ότι η κοινωνική αλληλεπικοινωνία γεννά τη γνωστική εξέλιξη φαίνεται ξεκάθαρα στο σηµείο που προσδιορίζει τη «ζώνη της επικείµενης ανάπτυξης» (zone of proximal development) ως την «απόσταση µεταξύ του κατεχόµενου επιπέδου ανάπτυξης, όπως αυτοπροσδιορίζεται από την ανεξάρτητη (ατοµική) επίλυση προβληµάτων, και το επίπεδο της ενδυνάµει ανάπτυξης, όπως προσδιορίζεται από την ικανότητα του ατόµου να επιλύει προβλήµατα κάτω από την καθοδήγηση ενηλίκων ή µέσα από τη συνεργασία µε ικανότερους συνοµήλικους» (Vygotsky, 1978). Σε διδακτικό επίπεδο η έννοια της επικείµενης ανάπτυξης σηµαίνει ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει πρώτα να προσδιορίζει το επίπεδο των ατοµικών ικανοτήτων του παιδιού και κατόπιν να εντοπίζει το επίπεδο των γνωστικών ικανοτήτων που µπορεί να αναπτύξει το παιδί µε τη βοήθεια νύξεων, επιδείξεων και ερωτηµάτων από την πλευρά του εκπαιδευτικού (Ματσαγγούρας, 1997). </div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.pdv.org.gr/img/theoriesmathisis.pdf" />
         <pubDate>2021-01-13 16:25:35 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083744073</guid>
      </item>
      <item>
         <title> ∆ιερευνητική (ή ανακαλυπτική) µάθηση</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083756743</link>
         <description><![CDATA[<div><br><strong>Το κείμενο αποτελεί μια ανάλυση του όρου Διερευνητική μάθηση ως μια από τις θεωρίες μάθησης και πως αυτή εφαρμόζεται στην πράξη.</strong><br><br><br> Η προσπάθεια του µαθητή να µαθαίνει µόνος του, αυτόβουλα, κάνοντας χρήση των εσωτερικών του εµπειριών και δυνατοτήτων ανάγεται στην εποχή του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Στην εποχή εκείνη, ο µεν πρώτος αναταράζει τις δηµιουργικές δυνάµεις των µαθητών του, ο δε δεύτερος µε τη διαλεκτική του καθορίζει έναν επιστηµονικό τρόπο εργασίας στη µάθηση. Στη σύγχρονη εποχή η προσπάθεια του µαθητή για ανακάλυψη ή διερεύνηση των γνώσεων συστηµατοποιήθηκε, οργανώθηκε και τεκµηριώθηκε κυρίως µέσα από τις θέσεις του Jerome Bruner. Οι Ράπτης και Ράπτη (Ράπτης, Ράπτη, 2001) αναφέρουν ότι ο Bruner ανήκει στην κατηγορία των γνωστικών ψυχολόγων της µάθησης, που δίνει έµφαση στη διευκόλυνση της µάθησης µέσα από την κατανόηση των δοµών και των επιστηµονικών αρχών ενός αντικειµένου και των τρόπων του σκέπτεσθαι του µαθητευόµενου, καθώς και στην υιοθέτηση της ανακαλυπτικής µεθόδου, ή της καθοδηγούµενης ανακάλυψης µε την ανάπτυξη εσωτερικών κινήτρων µάθησης από µέρους του µαθητευόµενου. Οι τρόποι σκέψης ή τα συστήµατα, τα οποία χρησιµοποιεί ο µαθητευόµενος για να κατανοεί τις πληροφορίες και να αναπτύσσεται γνωστικά (που αντιστοιχούν και στα ιστορικά στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης) είναι κατά τον Bruner (Bruner, 1966): 1. Το σύστηµα της πραξιακής αναπαράστασης (enactive representation), στο οποίο η γνώση σχετίζεται µε την κίνηση και τη δεξιότητα που προέρχεται από την άµεση επαφή του ατόµου µε τα πράγµατα (π.χ. το παιδί µετράει τα µολύβια) 2. Το σύστηµα της εικονικής αναπαράστασης στο οποίο οι γνώσει αναπαριστώνται µέσω εσωτερικών πνευµατικών εικόνων, χωρίς όµως το στοιχείο του αφηρηµένου συσχετισµού (π.χ. η εικόνα του παιδιού που µετράει τα µολύβια) και 3. Το σύστηµα της συµβολικής αναπαράστασης, που είναι και το ανώτερο, στο οποίο οι γνώσεις παρουσιάζονται µε σύµβολα (αναπαράσταση σχέσεων µε αφηρηµένα σύµβολα, µε δυνατότητα διαφόρων συσχετισµών και διατύπωσης θεωριών, ακόµη και χωρίς να στηρίζεται ο µαθητευόµενος σε συγκεκριµένα στοιχεία της εµπειρίας). Σχετικά µε την απόκτηση της γνώσης (Τριλιανός, 2003) ο Bruner υποστηρίζει την ανακαλυπτική-διερευνητική µάθηση, κατά την οποία ο µαθητής µε τις δικές του δυνάµεις προσπαθεί να εµβαθύνει στο αντικείµενο και να ανακαλύψει τις θεµελιώδεις αρχές και σχέσεις που διέπουν τα επιµέρους στοιχεία του. Εδώ η λογική σκέψη του ατόµου παίζει ρόλο, όµως ο Bruner θεωρεί ότι το άτοµο πρέπει να προχωρήσει παραπέρα και να καλλιεργήσει τη διαισθητική σκέψη, που του επιτρέπει να κάνει πνευµατικά άλµατα, να πρωτοτυπεί, να εφευρίσκει και να συλλαµβάνει ριζοσπαστικές λύσεις σε προβληµατικές καταστάσεις. Σε µια από τις πιο γνωστές θέσεις του (Φλουρής, 2003), ο Bruner υποστηρίζει ότι όλοι οι µαθητές είναι δυνατόν να µάθουν οτιδήποτε και σε οποιαδήποτε ηλικία, εφόσον υπάρχει η κατάλληλη δοµή και οργάνωση της ύλης, καθώς και η απαραίτητη µεθόδευση της διδασκαλίας. Η θέση αυτή του Bruner προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, αφού προσέκρουσε στις µέχρι τότε αποδεκτές αντιλήψεις για το θέµα αυτό, αλλά και επέφερε επαναστατικές αλλαγές τόσο στη φύση των αναλυτικών προγραµµάτων όσο και στην οργάνωση και διεξαγωγή της διδασκαλίας. Ο Bruner υπήρξε ο εµπνευστής της ιδέας του σπειροειδούς αναλυτικού προγράµµατος, µε βάση το οποίο έδειξε ότι η γνώση που έχει αναπτυχθεί µε τον κατάλληλο για το παιδί τρόπο από πολύ νωρίς και αργότερα γίνεται αντικείµενο µελέτης σε πιο προχωρηµένο επίπεδο (έτσι όλοι οι τρόποι αναπαράστασης να υπάρχουν), έχει µεγαλύτερες πιθανότητες να γίνει κτήµα του µαθητή. Η ανακαλυπτική µάθηση και οι στρατηγικές επίλυσης προβληµάτων δεν αναπτύσσονται ξαφνικά, ως δια µαγείας, ούτε είναι άσχετες µε την προηγούµενη εµπειρία του παιδιού. Είναι δεξιότητες που µαθαίνονται, γι’ αυτό και πρέπει να είναι µέληµα κάθε δασκάλου. Ο δάσκαλος καθοδηγεί τα παιδιά προς την «ανακάλυψη» αρχών, νόµων και κανόνων που διέπουν όχι µόνο τα φαινόµενα ως γνωστικά αντικείµενα αλλά και την ίδια του τη σκέψη (Ράπτης, Ράπτη, 2001). Η συµβολή του Bruner υπήρξε µοναδική (Σολοµωνίδου, 1999), καθώς συνδύασε την έννοια του χειρισµού των πραγµατικών αντικειµένων ως ένα µέρος του µοντέλου ανάπτυξης µε τη σωκρατική έννοια της µάθησης ως µια διαδικασία εσωτερικής αναδιοργάνωσης µέσω της ανακαλυπτικής µάθησης. </div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.pdv.org.gr/img/theoriesmathisis.pdf" />
         <pubDate>2021-01-13 16:27:53 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083756743</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Συνεργατική µάθηση</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083766646</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το κείμενο αποτελεί μια ανάλυση του όρου Συνεργατική μάθηση ως μια από τις θεωρίες μάθησης και πως αυτή εφαρμόζεται στην πράξη.<br><br></strong> Στη σύγχρονη εποχή, κοινωνικοί παράγοντες, όπως η αριθµητική συρρίκνωση των µελών της οικογένειας και η εξαφάνιση της γειτονικής «αλάνας», περιόρισαν τις εκτός σχολείου δυνατότητες κοινωνικοποίησης των παιδιών (Ματσαγγούρας, 1997). Την ίδια στιγµή η σύγχρονη αγορά εργασίας αναζητά άτοµα που έχουν τη δυνατότητα να συνεργάζονται οµαλά µέσα σε δίκτυα επικοινωνίας. Τα δύο αυτά στοιχεία κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη να καλύψει το σχολείο το έλλειµµα κοινωνικοποίησης, γεγονός που οδήγησε στη χρήση και ανάπτυξη της συνεργατικής µάθησης (Ματσαγγούρας, 1997). Με την ευρύτερη της έννοια, η συνεργατική µάθηση µπορεί να οριστεί ως η από κοινού εργασία πάνω σε ένα συγκεκριµένο θέµα µε τρόπο τέτοιο ώστε να προωθείται η ατοµική µάθηση µέσω των συνεργατικών διεργασιών (Σγουροπούλου, Κουτουµάνος 2001). Η συνεργατική µάθηση αποφέρει κέρδος σε κάθε άτοµο µε χρήση των πόρων της οµάδας και αποτελεί πηγή πολύτιµων αποτελεσµάτων που δεν έχουν ακόµα διαπιστωθεί στην ακαδηµαϊκή και στη συνεχιζόµενη εκπαίδευση: αυξηµένη ικανότητα στην οµαδική εργασία, αυτοπεποίθηση, κ.λπ. Επιπλέον, η συνεργατική µάθηση µπορεί να προσφέρει καλύτερη κατανόηση της µαθησιακής διαδικασίας καθώς έχει διαπιστωθεί ότι όταν κάποιος δηµοσιοποιεί τη γνώση του αποκτά καλύτερη αντίληψη σχετικά µε ένα αντικείµενο (Sharan, 1990). Επιπλέον των ακαδηµαϊκών επιχειρηµάτων, η χρήση της συνεργατικής µάθησης παρουσιάζει αρκετά σηµαντικά πλεονεκτήµατα. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα εξής (Σγουροπούλου, Κουτουµάνος 2001): • προώθηση των διαπολιτισµικών σχέσεων και της επαφής µε διαφορετικές κουλτούρες, ιδεολογίες, κ.λπ. • αύξηση αυτοεκτίµησης: στο πλαίσιο της κοινότητας µάθησης τα µέλη της εργάζονται µε κοινό στόχο και συµφωνηµένους ρόλους. Αυτό συµβάλλει στην ανάπτυξη αισθήµατος κοινής ευθύνης, αλληλοϋποστήριξης και καλλιέργειας ενός φιλικού κλίµατος που ενθαρρύνει τη µάθηση. Ένα τέτοιο πλαίσιο ευνοεί την κοινωνικοποίηση των ατόµων και µπορεί να έχει ιδιαίτερα ευεργετικές επιδράσεις στα µέλη εκείνα που για διάφορους λόγους (π.χ. µειωµένη αυτοεκτίµηση) διστάζουν να εκφράσουν τις απόψεις τους. • επιπλέον κίνητρα µάθησης: είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να ζουν σε κοινωνικές οµάδες. Παιδιά και έφηβοι σχηµατίζουν µικρές οµάδες µε κοινούς στόχους (παιχνίδι, διασκέδαση) και από αυτή τη συνύπαρξη αντλούν µεγάλη συναισθηµατική ικανοποίηση. Η οργάνωση, εποµένως, των µαθητών ή/και επαγγελµατιών σε κοινότητες µάθησης µε στόχο τη συνεργασία για την επίτευξη κοινών γνωσιακών στόχων είναι απόλυτα προσαρµοσµένη στη φύση και στις ανάγκες τους, ενώ αντίθετα η αποµόνωσή τους παραβιάζει τις έµφυτες τάσεις τους για επικοινωνία και αλληλεπίδραση. Για τους παραπάνω λόγους η εργασία των ατόµων στο πλαίσιο µιας κοινότητας µάθησης µπορεί από µόνη της να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο για µάθηση. • προώθηση των δεξιοτήτων που σχετίζονται µε την οργάνωση και την εργασία στο πλαίσιο οµάδων. <strong><br><br></strong><br><br></div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.pdv.org.gr/img/theoriesmathisis.pdf" />
         <pubDate>2021-01-13 16:29:46 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083766646</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Παρουσίαση Θεωριών μάθησης</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083776572</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Η παρακάτω παρουσίαση αποτελεί αναλυτική περιγραφή και ανάλυση των θεωριών μάθησης όπως αυτές εκφράστηκαν και πραγματώνονται καθημερινά. <br></strong><br></div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.slideshare.net/stnr/ss-46137741" />
         <pubDate>2021-01-13 16:31:40 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083776572</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Εικόνα ταξινόμησης θεωριών μάθησης</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083797517</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Η παρακάτω εικόνα παρουσιάζει ταξινομημένες τις θεωρίες μάθησης παραθέτοντας μερικούς από τους βασικούς εκφραστές της κάθε μιας. </strong></div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/951287332/8680f460c30a0e1ac3adcc0ddb11bf0c/_________.jpg" />
         <pubDate>2021-01-13 16:35:17 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083797517</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Κοινωνική Μάθηση (Bandura)</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083814829</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το παρακάτω βίντεο παρουσιάζει την θεωρία κοινωνικής μάθησης του Bandura και πως πραγματώνεται η μίμηση επιθετικών προτύπων.  </strong></div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.youtube.com/watch?v=NjTxQy_U3ac" />
         <pubDate>2021-01-13 16:38:28 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083814829</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Βίντεο για τον Συμπεριφορισμό</title>
         <author>esp20151</author>
         <link>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083830186</link>
         <description><![CDATA[<div><strong>Το παρακάτω βίντεο παρουσιάζει την θεωρία του Συμπεριφορισμού όπως αυτός εκφράστηκε μέσα από το έργο των Skinner, Pavlov και Watson.<br></strong><br></div>]]></description>
         <enclosure url="https://www.youtube.com/watch?v=xvVaTy8mQrg" />
         <pubDate>2021-01-13 16:41:21 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/esp20151/vddxbond1ibeo6q3/wish/1083830186</guid>
      </item>
   </channel>
</rss>
