<?xml version="1.0"?>
<rss version="2.0">
   <channel>
      <title>Το ιστορικο-λογοτεχνικό padlet μου by ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤ&#39; ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ</title>
      <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter</link>
      <description>Αποσπάσματα από λογοτεχνικά βιβλία που αναφέρονται στη μικρασιατική εκστρατεία.
</description>
      <language>en-us</language>
      <pubDate>2021-06-08 16:08:02 UTC</pubDate>
      <lastBuildDate>2025-10-08 20:28:29 UTC</lastBuildDate>
      <webMaster>hello@padlet.com</webMaster>
      <image>
         <url>https://padlet.net/icons/png/1f4da.png</url>
      </image>
      <item>
         <title>Στου Χατζηφράγκου</title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593357090</link>
         <description><![CDATA[<div>Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας</div><div>(απόσπασμα)</div><div><br><br></div><div>Κάτι μας ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Η κάψα; Οι φωνές; Σκυλιά ουρλιάζανε. Η φωτιά ήτανε μακριά. Καρατάρησα με το μάτι πως θα 'χε φτάσει από το Μπασμαχανέ στον Αϊ-Δημήτρη, αφού είχε πάρει σβάρνα ολάκερη την Αρμενιά. Μας χώριζε πάνω από ένα μίλι ακόμα. Ένα σύννεφο μπακιρί σκέπαζε το μισό ουρανό. Μπροστά μου, τ' Αλάνι λες και φωτιζότανε από ένα πλούσιο ηλιοβασίλεμα, πορτοκαλί. Ανθρώποι βγαίνανε από τα σπίτια, κοιτάζανε ψηλά, μαζώνονταν εδώ κι εκεί, φωνάζανε, χειρονομούσαν, ξαναμπαίνανε στα σπίτια τους και πάλι ξαναβγαίνανε, φωνάζανε, κοιτάζανε ψηλά. Είχε σηκωθεί σορόκος, όχι δυνατός, όσο χρειαζότανε για να το γλεντά η φωτιά. Δε βιαζότανε, σίγουρη για τον εαυτό της, ξέροντας πως ατή της ήτανε ο νόμος κι οι προφήτες. Σεργιάνιζε στις σκεπές, χωνότανε στα σπίτια, ξεπεταγότανε απ' τα παράθυρα. Ο καπνός ανέβαινε κόκκινος, καρουλιαστός, απλωνότανε ύστερα σε μπακιρένια σύννεφα. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Τα πουλιά, ξεγελασμένα από τη λάμψη, από το φως, είχανε ξυπνήσει και τσιβίζανε μέσα στις φυλλωσιές. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Όμορφος μπαξές, ποτιστικός. Τώρα ποτίζω τούτες τις δυο γλάστρες.&nbsp;</div><div>Φωνάζανε από τ' Αλάνι. Δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Το καμίνι που ερχότανε κατά δω άδραχνε τα λόγια, τα ξάτμιζε, τα 'κανε αχνό. Μπήκα στο σπίτι. Η Κατερίνα με κοίταξε στα μάτια. Μη νοιάζεσαι, της λέω, κι εδώ να 'ρθει η φωτιά, θα τη σταματήσει τ' Αλάνι. Το ξυπνητήρι έδειχνε κοντά έντεκα η ώρα. Θα 'χαμε κοιμηθεί καμιά-δυο ώρες.&nbsp;</div><div>Σιγά σιγά, πήρε τ' αφτί μου ένα βουητό, σα να κύλαγε άγριο ποτάμι, ξεχειλούσε κατά δω, ζύγωνε ολοένα. Και ξαφνικά, μπουκάρανε απ' τα σοκάκια κοπάδι ανθρώποι, σκυφτοί, αλαφιασμένοι, μ' ένα μπόγο στον ώμο, μ' ένα μωρό στην αγκαλιά, μ' ένα τέντζερε στα χέρια ή μ' ένα μύλο του καφέ, πράματα ασυλλόγιστα, τρελά, μουγγοί, ούτε γυναίκες στριγγλίζανε ούτε γέροι να βογγάνε ούτε μωρά να κλαψαρίζουνε - μονάχα σούρσιμο στο χώμα και ποδοβολητό. Μουγγοί, σκυφτοί, μ' αγριεμένα μούτρα, τραβάγανε μπροστά.&nbsp;</div><div>Φόρεσα ένα παντελόνι πάνω από τη νυχτικιά μου και κατέβηκα στ' Αλάνι. Πέσαμε πλάι τους.&nbsp;</div><div>-Βρε παιδιά, πού πάτε;&nbsp;</div><div>Δείξανε μπροστά.&nbsp;</div><div>-Σταθείτε, βρε παιδιά, δεν έχει φόβο εδώ, μπείτε στα σπίτια μας, είναι δικά σας. Μπείτε να ξαποστάσετε.&nbsp;</div><div>Δεν αποκρίνονταν, μόνο τραβάγανε μπροστά. Βγαίνανε απ' την κόλαση, πορτοκαλιοί και κόκκινοι απ' τη μεριά που χτύπαγε η φωτιά. Οι άντροι, τέλος πάντων, είναι άντροι. Παραβλέπεις. Μα οι γυναίκες ήτανε φριχτές, ξεμαλλιασμένες και μες στη μουτζαλιά. Μια κράταγε ένα κόσκινο, μιαν άλλη φόραγε στο κεφάλι της ένα καπέλο με φτερά και ήτανε ξυπόλυτη, και μια είχε φορτωθεί στον ώμο της ολάκερο φορτσέρι, κοπελίτσα, θα 'τανε τα προικιά της. Άλλοι σηκώνανε στη ράχη τους παππούδες και γιαγιάδες. Δυο είχανε πλέξει τα χέρια τους καρεγλάκι και κουβάλαγαν ένα γέρο πετσί και κόκαλο, με το πιγούνι του ακουμπιστά στο στήθος. Ένα παπάς οδήγαγε μπροστά ένα δεύτερο κοπάδι.&nbsp;</div><div>-Αμάν, πού πάτε, βρε παιδιά;&nbsp;</div><div>Αμάν αμάν! η φωτιά τούς είχε κάψει τη μιλιά, τους στέγνωσε το σάλιο. Κι ο ρόχος της φωτιάς ούρλιαζε τώρα, γέμιζε τον αέρα. Μπρος από τον παπά, ένα παιδάκι, ανίδεο, κύλαγε το τσέρκι του, ευτυχισμένο.&nbsp;</div><div>Ένα γρήγορο ποδοβολητό ακούστηκε σε κάποιο καλντερίμι. Οι Τούρκοι! στριγγλίξανε οι γυναίκες του μαχαλά, και δυο αλόγατα χυμήξανε στ' Αλάνι, έρημα και ξεσέλωτα, σταθήκανε απότομα, χλιμιντρήσανε ψηλά τον ουρανό, και ύστερα χυθήκανε μπροστά, χαθήκανε μες στους μπαξέδες.&nbsp;</div><div>Βρήκα την Κατερίνα καθιστή σε μια καρέγλα. Βαρεμένη πέντε μηνώ. Το μούτρο της ήταν τσαλακωμένο. Δεν αισθάνεσαι καλά; Τίποτα, μου λέει, ένα πονάκι, φαίνεται πως κλοτσάει το μωρό. Δε θέλησε να ξαναπλαγιάσει… Λένε για τον οξαποδώ, πως ύστερ' από τα μεσάνυχτα βιάζεται να τελέψει τη δουλειά του, πριν να λαλήσει κόκορας την αυγή. Το ίδιο βιαζότανε τώρα η φωτιά, διχάλωνε, τριχάλωνε, έζωνε την Άγια Φωτεινή, τον Αϊ-Γιώργη, μια τρίτη γλώσσα έγλειφε κιόλα το μαχαλά της Άγιας Αικατερίνης. Έδινε χέρι κι ο σορόκος στη φωτιά, κι αυτή σαλτάριζε, ήβλεπες ένα σπίτι να φουντώνει πολύ πιο εδώ, στα Τράσα ή στο Κερατοχώρι, μοναχικό, και ύστερα, σε μια στιγμή, ν' αρπάζει ολάκερο σοκάκι. Ο ρόχος σκέπαζε κάθε άλλο σαματά, χίλιοι ανέμοι ουρλιάζανε, χοχλακιστός, καρουλιαστός… Βγήκε η Κατερίνα και ήρθε πλάι μου. Πώς αισθάνεσαι; Τίποτα, ένα πονάκι λίγο πιο κάτω από τον αφαλό… Άκου, μου λέει σε λίγο, στήσε αφτί, σημαίνει μια καμπάνα. Είναι η πυρωμένη ανάσα της φωτιάς, εξήγησα της Κατερίνας, αυτή κουνάει τις καμπάνες και σημαίνουνε.&nbsp;</div><div>Δεν ξέρω τι κάνανε οι γειτόνοι, μας χωρίζανε οι μπαξέδες, τα δέντρα, οι έγνοιες. Μας τσουρούφλιζε η κάψα της φωτιάς… Όχι, μουρμούρισε κάποια στιγμή πλάι μου η Κατερίνα, δεν είναι από την ανάσα της φωτιάς, που σήμανε η καμπάνα. Πάλι σημαίνει, άκου… Το 'πε σα να 'τανε ονειροπαρμένη, κι αυτό δε μ' άρεσε. Μονάχα μια καμπάνα, πάλι μου λέει, σημαίνει. Άκου… Ξάφνου, σωριαστήκανε πέρα ένας τρούλος εκκλησιάς κι ένα καμπαναριό, έτσι, σαν ψεύτικα, τίποτα δεν ακούστηκε μέσα στο ρόχο της φωτιάς, μονάχα η καμπάνα σήμαινε, και τότε, κοίτα, Γιακουμή, μου λέει - ένα ράσο τινάχτηκε ψηλά κι ανέμιζε απλωτό, κούφιο, μαύρο πάνω στο μπακιρί ουρανό, το ράσο του δεσπότη, μου λέει, και πλάι στο ράσο κορωνίζει μια καμπάνα σαν ήλιος ασπροπυρωμένη και αστραφτερή… και ούλο ανέβαινε και σήμαινε λυπητερά η καμπάνα, ψηλά, ολοένα πιο ψηλά πλάι στο ράσο - ούτε φεγγάρι ούτε άστρα είχε ο ουρανός - ώσπου χαθήκανε από τα μάτια μας κι από τ' αφτιά μας κι απόμεινε μονάχα ο ρόχος και το καμίνι της φωτιάς, και τα πουλιά ξεσηκωθήκανε και φρουφρουρίσανε αλάργα, και το κίτρινο γατί μας πήδηξε από την αγκαλιά της Κατερίνας και κυνηγούσε τ' άπιαστα πουλιά.&nbsp;</div><div>Η Κατερίνα κάθισε στο κατώφλι. Πονάς; Δεν είναι τίποτα, κλοτσάει το μωρό. Άλλα κοπάδια ροβολούσανε στ' Αλάνι, βαμμένα κόκκινο πορτοκαλί, πότε γυρίζανε στο κίτρινο πότε στο βυσσινί, από τα σπίτια ολόγυρα στ' Αλάνι βγάζανε μόμπιλα και τα στοιβάζανε καταμεσής, σωροί σωροί, ανθρώποι χειρονομούσανε κι ανοιγοκλείνανε το στόμα τους μα δεν έβγαινε μιλιά, ούλα πνιμένα μέσα στο ρόχο της φωτιάς - και να, καθώς κοιτάζαμε, μια φλόγα ξεπήδησε από μια σκεπή, μιαν άλλη κείθε, μιαν άλλη δώθε, άρπαξε μια βελέντζα εδώ, ένα στρώμα εκεί, μια μπατανία, ένα κοφίνι, αφανοί του Αϊ-Γιάννη, κανένας δεν τους πήδαγε, ύστερα λαμπάδιασε το πεύκο του μπαξέ μας, πετάγονταν οι κουκουνάρες ίδιες φλογισμένα τοπία - μην τρέχεις, είπε η Κατερίνα, το παιδί - τη σήκωσα στα χέρια βαρεμένη πέντε μηνώ, σταμάτησα εκατό δρασκελιές πιο πέρα, στο χωραφάκι με το θερισμένο καλαμπόκι, την απόθεσα χάμω στην άλλη άκρη, πλαγιαστή, δε βαστάω πια, μου λέει, σφιγγότανε τρεμουλιαστά, με το μανίκι της νυχτικιάς μου σφούγγιζα τον ιδρώτα πάνω στο κούτελό της, βογγούσε, μούγγριζε, τρίζανε τα δόντια της, πονάω, πονάω κάτω από τον αφαλό, εκεί απόβαλε το γιο μας, ήτανε γιος, το 'δα στη φλόγα του σπιτιού, κι η σίχλια γης ρούφηξε ούλο της το αίμα… Παιδούλα, ονειρευότανε την ευτυχία η Κατερίνα.&nbsp;</div><div>Βιβλιογραφικά</div><div>Κοσμάς Πολίτης, <em>Στου Χατζηφράγκου. Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας</em>, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007, σ. 151-154.</div>]]></description>
         <enclosure url="" />
         <pubDate>2021-06-08 16:15:05 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593357090</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Το νούμερο 31328</title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593359524</link>
         <description><![CDATA[<div> Το βιβλίο της σκλαβιάς</div><div>(απόσπασμα)</div><div><br><br></div><div>Είμαστε ένα τάγμα εργατικό. «Αμελέ ταμπουρού.» Τα τάγματα των στρατιωτικών αιχμαλώτων είναι χώρια από μας. Αυτοί περνούν καλύτερα. Εμείς είμαστε ένα καθαρό τάγμα σκλάβων.&nbsp;</div><div>[…]&nbsp;</div><div>Η πιο σκληρή δουλειά είναι στα πολεμοφόδια που φέρνουν τα τρένα. Μικρές κάσες οβίδες, κι απόξω η σημείωση: «92 κιλά». Τα κουβαλούσαμε απ' το σταθμό στη μεγάλη αποθήκη που είναι ίσαμε ένα μίλι αλάργα. Ζευγάρια-ζευγάρια. Κάθε δυο σκλάβοι παίρναν μια κάσα. Ο ένας φορτωνόταν κι ο άλλος βοηθούσε από πίσω. Στα μισά του δρόμου αλλάζαμε. Έτσι.&nbsp;</div><div>Τη λέγαμε «μαύρη αγγαρειά». Με τ' όνομα τούτο πιάσαν να τη νοματίζουν κι οι στρατιώτες:&nbsp;</div><div>-Άϊντε, ποιοι είναι στη «μαύρη αγγαρειά»!&nbsp;</div><div>Ήμαστε ίσαμε ογδόντα νομάτοι. Κάναμε ένα βήμα μπρος με χαμηλωμένα μάτια.&nbsp;</div><div>Μέρα με τη μέρα λιγοστεύαμε όσοι δουλεύαμε εκεί. Τους έβλεπες, εκεί που τραβούσαν φορτωμένοι, τσαφ! Τα στόματα ανοίγαν, α.α.α, τα μούτρα τεζέρναν να σπάσει το πετσί, σαν πάγος. Πέφταν - τι παθαίναν; Τους χύναμε νερό να συνεφέρουν.&nbsp;</div><div>Ο τσαούς ο δικός μας ανάφερνε το βράδυ:&nbsp;</div><div>-Πού θα βγει αυτό; Θα μας κάμουν ζημιά στις κάσες!&nbsp;</div><div>Τότες μας φέραν βοδαραμπάδες· κάτι ρόδες, να! Τους φορτώναμε. Αντίς για βόδια ζεύανε δυο σκλάβους, άλλοι σκλάβοι σπρώχναν με τα χέρια τους τις ρόδες. Οι στρατιώτες βαστούν το κεντρί, την «τέμπλα», και κανονίζουν, όπως με τα βόδια, την πορεία.&nbsp;</div><div>Στο δρόμο είναι ένα πηγάδι. Δυο-τρεις δικούς μας τους είχαν πνίξει εκεί μέσα. Οι στρατιώτες το λεν. Πολλές φορές μας σταματούν:&nbsp;</div><div>-Κοιτάχτε μέσα, ουλάν!&nbsp;</div><div>Κοιτάζουμε.&nbsp;</div><div>-Φαίνουνται;&nbsp;</div><div>-Όχι, δε φαίνουνται.&nbsp;</div><div>-Να ρίξουμε έναν να τους βρει; ρωτούν τον Μιχάλ-τσαούς.&nbsp;</div><div>Γελούν μαζί. Το αστείο περνά. Τα «βόδια» πέφτουν πάλι στο δρόμο. Στον αγέρα τρέμει το αγκομαχητό των λαχανιασμένων κορμιών που τεζέρνουν στην προσπάθεια. Οι ρόδες τρίζουν. Λυρικά. Τριξ, τριξ. Οι φλέβες του λαιμού, σ' αυτούς που σέρνουν μπρος, τεντώνουν σαν κόρδες. Οι γυμνές πατούνες σαλαγούν στη γης ν' αγαντάρουν. Την ικετεύουν: δέξου μας στέρεα, από ευσπλαχνία.&nbsp;</div><div>Παρακάτου απ' το πηγάδι είναι ένας τάφος. Ένας Τούρκος είχε σκοτωθεί στον ίδιο τόπο. Εφές. Του βάλαν μια πλάκα ολόρθη, μνημείο. Είναι πάνω στο δρόμο. Τυχαίνει τα βόδια, οι σύντροφοι που σέρνουν μπρος, να μην καρατάρουν καλά: οι μεγάλες ρόδες του αραμπά αγγίζουν το υψωμένο χώμα του τάφου.&nbsp;</div><div>-Γιανάς! σκυλιάζουν οι στρατιώτες και κεντρίζουν ν' αλλάξει ρότα το τιμόνι.&nbsp;</div><div>Δίπλα στο δρόμο είναι ένα χωράφι σπαρμένο κουκιά. Ένα-δυο ρίζες έχουν κατεβεί ίσαμε τον τάφο. Βλάστησαν ρωμαλέα απ' το λίπος του. Λίγα πρώιμα κουκιά αστράφτουν. Τα βλέπαμε με βουλιμία.&nbsp;</div><div>Ένας δικός μας μια μέρα στο γυρισμό χιμά και τα κόβει.&nbsp;</div><div>-Πις μιλλέτ! (<em>βρωμερό έθνος</em>) Τρέχουν οι στρατιώτες κοντά και τον αρχίζουν με την «τέμπλα». Ουλάν, δε φοβάστε λοιπόν τίποτα εσείς;&nbsp;</div><div>-Τα παλιοτόμαρα! Τι να φοβηθούν! Μπας κι έχουν Θεό; συμπληρώνει ο Μιχάλ-τσαούς.</div><div>Βιβλιογραφικά</div><div>Ηλίας Βενέζης, <em>Το νούμερο 31328. Το βιβλίο της σκλαβιάς.</em>, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1998, σ. 164 &amp; 168-169.</div>]]></description>
         <enclosure url="" />
         <pubDate>2021-06-08 16:15:56 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593359524</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Το έβδομο ρούχο</title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593364516</link>
         <description><![CDATA[<div>(απόσπασμα)</div><div><br><br></div><div>Τεσσάρων ήταν το '22 η Περσεφόνη μας. Τη θυμάσαι, Ανδρόνικε;… Εμ, βέβαια, γίνεται να μη τη θυμάσαι;… Σε χαιρέταγε απ' τη βάρκα και σου φώναζε «μπαμπούλη, γρήγορα κάνε». Κι εσύ, με τον Κλεομένη, κάτι κανονίζατε στο μόλο όταν ήρθαν… Πρώτα ακούσαμε τα ποδοβολητά κι ύστερα τα «γκιαούρ, γκιαούρ» και φώτισε η νύχτα απ' τις δάδες που κρατάγανε οι Τσέτες. Σαν έπεσε το ωραίο σου κεφάλι στο νερό, κομμένο, πλημμύρισε η θάλασσα αίμα. Το παιδί σκλήριζε «μπαμπά μου, μπαμπούλη μου» κι εγώ ρίχτηκα στη θάλασσα. Γιατί;… για να σε πάρω μαζί μου. Εσένα. Το ωραίο σου κεφάλι… Με τράβηξαν οι άλλοι με το ζόρι πάνω στη βάρκα. Και τραβώντας ξέφρενα κουπί, φτάσαμε το καΐκι του Αντρέα. Έπεσαν κι άλλα κεφάλια στη θάλασσα. Του Κλεομένη, του παραγιού του, του Περικλάκη, της Φρόσως. Το δικό σου, όμως, με ένοιαζε. Το ωραίο κεφάλι σου. Σ' αγαπώ πάντα, Ανδρόνικε. Μόνο εσένα αγάπησα… Το ξέρεις καλά… Ένα μόνο δε σου συγχωρώ… Όλο σε ρωτάω και ποτέ δε μου απαντάς… Για άλλα μου δίνεις μήνυμα, αλλά γι' αυτό ποτέ… Άλλη μια φορά σε ρωτάω, Ανδρόνικε. Ζει η Περσεφόνη μας ή πέθανε;…&nbsp;</div><div>[…]&nbsp;</div><div>Μετά την Καταστροφή, είχαμε πάει στη Χίο. Ήτονε κι άλλοι Μικρασιάτες εκεί. Σμυρνιοί, Αϊδινιώτες. Μέναμε όλοι σε κάτι αποθήκες λαδιού. Άμαθη όπως ήμουν, γρήγορα ξεπούλησα τα χρυσαφικά μας. Το βαφτιστικό σταυρό της Περσεφόνης είχα μόνο κρατήσει. Κι αυτόν τον πούλησα σ' ένα καϊκτσή για να μας πάει στην Καβάλα. Εκεί είχε συγγενείς ο Ανδρόνικος. Δυο αδελφές. Γιατί εκεί, στη Χίο, προκοπή δεν κάναμε. Οι ντόπιοι όλο «πρόσφυγοι» και «πρόσφυγοι» μας λέγανε. Κι όταν ζορίσανε πολύ τα πράματα, η Περσεφόνη άρχισε να φέρνει πότε κομμάτι ψωμάκι, πότε λίγες άψητες μαρίδες. Ζητιάνευε το κορίτσι μου!… Όχι, είπα, να μπαρκάρουμε καλύτερα για την Καβάλα. Χειρότερα αποδώ δε θα 'ναι!… Κι όμως, ήτονε… Οι κουνιάδες μου με διώξανε με το χειρότερο τρόπο. Έτσι φύγαμε πάλι… Όπου έβρισκα δουλειά, καθόμασταν. Εκεί έξω απ' την Καβάλα, σ' ένα χωριό, σταθήκαμε. Θα 'χα δουλειά ως το χειμώνα, είπε τ' αφεντικό. Κοιμόμασταν όλες οι εργάτριες με τα παιδιά μας στις αποθήκες που φυλάγανε τα καπνά. Βρώμαγε το νίτρο αλλά τι να κάναμε; Μας τάιζε κιόλας ο αφέντης. Το μεσημέρι ψωμοτύρι και το βράδυ ντοματόρυζο, πλιγούρι, τέτοια. Μας κράταγε κάτι γρόσια για τα παιδιά, αλλά αν μπορούσαμε ας βρίσκαμε κι αλλού. Εμείς δουλεύαμε στα χωράφια, τα μωρά παίζανε πιο κει. Έτσι κυνηγώντας το τόπι της η Περσεφόνη είδε εκείνο το καταπληκτικό λουλούδι, ένα νάρκισσο. Μου το 'παν οι φίλες της, τ' άλλα κορίτσια… Πώς χάθηκε το παιδί μου;… Μυστήριο!… Κάπου θα μπερδεύτηκε και δε θα 'βρισκε το δρόμο να γυρίσει. Έτσι είχα σκεφτεί τότε κι είχα πάρει τους δρόμους.</div><div>Βιβλιογραφικά</div><div>Ευγενία Φακίνου, <em>Το έβδομο ρούχο</em>, Καστανιώτης, Αθήνα 1995, σ. 22-23 &amp;100-101.</div>]]></description>
         <enclosure url="" />
         <pubDate>2021-06-08 16:17:36 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593364516</guid>
      </item>
      <item>
         <title>Ματωμένα Χώματα</title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593368962</link>
         <description><![CDATA[<div>(απόσπασμα)</div><div><em>«Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το να με τ’ άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο αρχίνησε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα και τους βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σα μαύρο ποτάμι.</em></div><div>– Σφαγή! Σφαγή!</div><div>– Παναγιά, βοήθα!</div><div>– Προφτάστε!</div><div>– Σώστε μας!</div><div>Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.</div><div>– Τούρκοι!</div><div>– Τσέτες!</div><div>– Μας σφάζουνε!</div><div>– Έλεος!</div><div>Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σα να ναι μώλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!</div><div>– Βουρ κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τους κερατάδες!).</div><div>Το βράδι το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν τρώνε ανθρωπινό κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Αγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε.</div><div>Απ’ τον Αη Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει. Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θριματίζονται γυαλιά. Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά, ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε. Σπίτια, εργοστάσια, σχολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων, εξαφανίζονται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.</div><div><br></div><div>Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλύτης άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. ’νοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.</div><div>Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σειρίτια, οι διπλωμάτες κ’ οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μη φτάνουν ίσαμε τ’ αφτιά. των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κ’ η κανονιά δε ρίχτηκε κ’ η εντολή δε δόθηκε!</div><div>Ο πάτερ Σέργιος ήταν από τους τελευταίους που σκαλώσανε στη μαούνα μας. Δίχως καλυμμαύχι και ράσο, θεόγυμνος με μια κουρελιασμένη ματωμένη φανέλα κ’ ένα μακρύ σώβρακο, με ξέμπλεκα τα λιγοστά μαλλιά του κι ανάκατα τα γένια του, με δυο γουρλωμένα μάτια που τα καιγε πυρετός, έμοιαζε μ’ άγνωστο στη φύση πλάσμα. Από τα λόγια και τα φερσίματά του καταλάβαμε πως ολόκληρη η φαμελιά του πνίγηκε καθώς πάσχιζε να σκαλώσει σ’ ένα αμερικάνικο πολεμικό. Το μυαλό του γέροντα δεν άντεξε, σάλεψε! Εκειδά που καθότανε ήσυχα και καλά, αμίλητος και σοβαρός, εκειδά πηδούσε ολόρθος και χειρονομούσε και φώναζε δυνατά με στόμφο:</div><div>– Πέντε τα παιδιά μου! Κ’ η γυναίκα μου έξι! Κ’ η κουνιάδα μου επτά! Επτά οι αστέρες της αποκαλύψεως! Επτά διαόλοι να σας κοπανάνε στην κόλαση, δολοφόνοι! Δολοφόνοι! Δολοφόνοιοιοι. »</div><div><strong>Διδώ Σωτηρίου – Ματωμένα Χώματα</strong></div><div><br></div><div><a href="https://mikrasiatis.gr/#facebook">Facebook</a><a href="https://mikrasiatis.gr/#twitter">Twitter</a><a href="https://mikrasiatis.gr/#pinterest">Pinterest</a><a href="https://mikrasiatis.gr/#linkedin">LinkedIn</a></div>]]></description>
         <enclosure url="" />
         <pubDate>2021-06-08 16:19:07 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1593368962</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617419880</link>
         <description><![CDATA[<div>Το δράμα των προσφύγων</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/e2ceb0db7eb5eef480acb61af4e4d682/_________.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:20:13 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617419880</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617420761</link>
         <description><![CDATA[<div>Η απόγνωση των προσφύγων</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/1800f2d40d52dd3df7186daa04478d89/1405718998.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:20:55 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617420761</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617421371</link>
         <description><![CDATA[<div>Έλληνες πρόσφυγες σε προσφυγικό καταυλισμό στην Χίο</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/a86fc2cd95b7e35c1059c776e4bbdd67/fokaia_prosfuges_mytilini.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:21:32 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617421371</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617421865</link>
         <description><![CDATA[<div>Οι Μικρασιάτες Έλληνες παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/bd7872a5b10a871763d1bdfc2748a1a9/kemal964.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:22:06 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617421865</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617422781</link>
         <description><![CDATA[<div>Οι πρόσφυγες σε πρόχειρες σκηνές</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/e47e5a2b4a5f7cf9ec72ac306aca38f8/mikrasiates_prosfyges_1922.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:23:15 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617422781</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617431516</link>
         <description><![CDATA[<div>Η προσπάθεια των Ελλήνων να σωθούν μπαίνοντας στις βάρκες</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/69b8a8adb8ccc59798f832e78aed1a56/img42_1.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:33:45 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617431516</guid>
      </item>
      <item>
         <title></title>
         <author>nedanna80</author>
         <link>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617434067</link>
         <description><![CDATA[<div>Η Σμύρνη καίγεται</div>]]></description>
         <enclosure url="https://padlet-uploads.storage.googleapis.com/1136863523/0194baae9f43fa10bfa5cf669483e322/eim_pha_kz2159_a.jpg" />
         <pubDate>2021-06-21 10:36:55 UTC</pubDate>
         <guid>https://padlet.com/nedanna80/8cpuufrx4w15lter/wish/1617434067</guid>
      </item>
   </channel>
</rss>
